Error message

Deprecated function: Function create_function() is deprecated in eval() (line 1 of /home/epaideia/public_html/modules/php/php.module(80) : eval()'d code).

Το νηπιαγωγείο ως «κοινωνική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο» και ο ρόλος των ΕΣΠΑ στη συντήρηση του διπλού δικτύου στην προσχολική αγωγή και εκπαίδευση

της Σταυρούλας Δομούζη
 
Τον Φεβρουάριο του 2018 ψηφίστηκε στον νόμο για το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής η διετής φοίτηση των νηπίων (4-6 ετών), η οποία θα γίνει σταδιακά υποχρεωτική στο δημόσιο νηπιαγωγείο από το σχολικό έτος 2018-19. Με την ψήφιση της συγκεκριμένης διάταξης (άρθρο 33) συμπληρώνεται σε νομικό επίπεδο ένα πάγιο, εδώ και δεκαετίες, αίτημα του εκπαιδευτικού και εργατικού κινήματος[1].
 
Σημειώνεται ότι η καθολική εφαρμογή της δίχρονης προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης θα ολοκληρωθεί, σύμφωνα με την κυβέρνηση, σε βάθος τριετίας ξεκινώντας σε λιγότερους από τα 2/3 των δήμων της χώρας. Συγχρόνως, οι τριμερείς επιτροπές παρουσιάζονται ως συνυπεύθυνες για την υλοποίησή της, παρά το γεγονός ότι η τελική επιλογή των δήμων θα γίνει από τους Υπουργούς Παιδείας και Οικονομικών, ανεξάρτητα από την έκφραση γνώμης των επιτροπών, καθώς ο ρόλος των επιτροπών είναι γνωμοδοτικός και όχι αποφασιστικός. Εγείρει ανησυχίες το γεγονός ότι, ενώ η δίχρονη υποχρεωτική φοίτηση στο νηπιαγωγείο αποτελεί νόμο του κράτους, δηλαδή δέσμευση της πολιτείας με καθολική – θεωρητικά πάντα – ισχύ, η κυβέρνηση αίρει στον ίδιο νόμο την καθολικότητά της και ορίζει την εφαρμογή της σε στάδια, χωρίς να εξασφαλίζεται η αποκλειστικότητά της στο δημόσιο νηπιαγωγείο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
 
Φαίνεται πως από την ψήφιση του νόμου μέχρι την πλήρη ικανοποίηση του αιτήματος για υποχρεωτικό δημόσιο και δωρεάν νηπιαγωγείο για όλα τα παιδιά, ο δρόμος είναι γεμάτος αγκάθια. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εξεταστεί η παρελκυστική πολιτική της κυβέρνησης όσον αφορά τη διετή προσχολική αγωγή και εκπαίδευση και να διερευνηθούν οι πιθανοί κίνδυνοι για τη δημόσια εκπαίδευση στο σύνολό της, υπό το πρίσμα των αλλαγών της τελευταίας δεκαετίας.
 
Το αυξημένο ενδιαφέρον για την προσχολική αγωγή: η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου και το «κράτος κοινωνικών επενδύσεων»
 
«Η επένδυση ενός δολαρίου σε ένα άτομο έχει μεγαλύτερη απόδοση όταν αυτό  είναι νεαρό παρά όταν αυτό βρίσκεται σε μεγαλύτερη ηλικία» (ΟΟΣΑ, 2006)
 
Η τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται από την παγκόσμια οικονομική κρίση και τη σφοδρή επίθεση του κεφαλαίου στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα των λαών για τη διασφάλιση των συμφερόντων του: απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, εκατομμύρια ανέργων στην Ευρώπη μόνο, διάλυση των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών, υπονόμευση των δημοκρατικών ελευθεριών, προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές προς την ευρωπαϊκή ήπειρο ως αποτέλεσμα των περιφερειακών πολεμικών συρράξεων με την εμπλοκή της ΕΕ, άνοδος της ακροδεξιάς  κ.ά. Ευλόγως θα αναρωτηθεί κανείς τι σχέση έχουν τα παραπάνω με το νηπιαγωγείο. Κι όμως, στις αποφάσεις και τις κατευθύνσεις των ΕΕ-ΟΟΣΑ που υιοθετεί η κυβέρνηση, η εκπαίδευση με τη μορφή της επένδυσης στο «ανθρώπινο κεφάλαιο»[2] προβάλλεται ως βασικό μέσο διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής ανάκαμψης της ΕΕ στα πλαίσια του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Ήδη από το 2009[3] οι Υπουργοί Παιδείας των κρατών-μελών συμφώνησαν πως ως το 2020 το 95% των παιδιών μεταξύ των 4 ετών έως και την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης πρέπει να συμμετέχουν στην επονομαζόμενη ΠΕΦ[4] (δημόσια ή ιδιωτική). Μάλιστα, διακηρύσσουν ότι η καθολικότητα της προσχολικής εκπαίδευσης κατά τα πρώτα έτη συμβάλλει καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη, στην καταπολέμηση της φτώχειας και της ανεργίας και τη μείωση, σε βάθος χρόνου, του κόστους των δημοσίων δαπανών σε κοινωνικά, υγειονομικά ακόμα και δικαστικά συστήματα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011)! Από τη στιγμή που τα κράτη-μέλη ελέγχονται κάθε χρόνο ως προς την επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων, η κυβέρνηση είναι δεσμευμένη να λάβει μέτρα ευθυγράμμισης της Ελλάδας με την παραπάνω οδηγία ως το 2020.
 
Ανατρέχοντας στα στρατηγικά κείμενα των ΕΕ-ΟΟΣΑ αλλά και στις κυβερνητικές πολιτικές, παρατηρούμε ότι η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο προτάσσεται ως η σημαντικότερη πηγή πλούτου για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας[5]. Επηρεασμένο από τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, το αίτημα για ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες,  συναντά ευρεία απήχηση και γίνεται βασική θέση διεθνών οργανισμών (ΔΝΤ, Ουνέσκο, ΟΟΣΑ) ήδη από τη δεκαετία του 1960. Οι εν λόγω οργανισμοί υποστηρίζουν ότι το κράτος οφείλει να δώσει τις ίδιες ευκαιρίες για επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο στα άτομα που εκκινούν από μειονεκτικές θέσεις και γι’ αυτό προτείνουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών τους την αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση.
 
Γιατί όμως οι υπερεθνικοί οργανισμοί υιοθετούν τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου; Πρώτον, διότι οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί αποφαίνονται ότι υπάρχει ποσοτικά μετρήσιμο οικονομικό όφελος από τις δημόσιες δαπάνες. Δεύτερον, γιατί η παραπάνω θεώρηση εναρμονισμένη με την αστική φιλελεύθερη αντίληψη περί ισότητας, αφήνει στο απυρόβλητο τα αίτια των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων που εντοπίζονται στη σφαίρα της παραγωγής και ταυτόχρονα αποκρύπτει την κατανεμητική και ιδεολογική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Εν ολίγοις, αποκρύπτει τους λόγους για τους οποίους κάποια παιδιά ξεκινούν από άνισες θέσεις και, παρά το γεγονός ότι τους παρέχονται ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, αυτή η ανισότητα αναπαράγεται. Έτσι, το σύστημα απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τη σχολική αποτυχία, για τους χαμηλούς μισθούς και τη δομική ανεργία, καθώς τα προαναφερόμενα αποδίδονται στη διαφορά «φυσικών» χαρισμάτων, στην έλλειψη ή την ακαταλληλότητα των δεξιοτήτων που έχουν αποκτήσει οι εργαζόμενοι (κακές επενδυτικές αποφάσεις) ή στο εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο αδυνατεί να «προσαρμοστεί στις ανάγκες της αγοράς» (Βαρδαλαχάκης, 2018).
 
Η παραπάνω θεωρία συνοδεύεται στα κείμενα των διεθνών οργανισμών από την αντικατάσταση του όρου «κράτος πρόνοιας» με τον όρο «κράτος κοινωνικών επενδύσεων». Παρατηρείται, δηλαδή, η αντικατάσταση της αναδιανεμητικής στοχοθεσίας των κοινωνικών πολιτικών του κράτους από μια επιχειρηματική λογική, η οποία «επενδύει» στην κοινωνική πολιτική υπό την αίρεση ότι αυτή θα «αποδώσει» ικανοποιητικά, με οικονομικούς όρους. Αφού λοιπόν η ενίσχυση της προσχολικής αγωγής χαρακτηρίζεται ως η σημαντικότερη κοινωνική επένδυση, συγκρινόμενη με την υπόλοιπη εκπαιδευτική διαδρομή ενός ατόμου, η ανάγκη για λογοδοσία και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της κρίνεται επιτακτική. Οι επενδυτές (κράτος-ΕΕ) απαιτούν να γνωρίζουν αν η επένδυσή τους αποδίδει, όσο κυνικό και εξωφρενικό κι αν φαντάζει να μιλάμε για 4χρονα παιδιά ως οικονομική επένδυση.  Οι παιδαγωγικές προεκτάσεις αυτής της αντίληψης συμπυκνώνονται στα παρακάτω: άσκηση πίεσης για σταθμισμένη αξιολόγηση των νηπίων, οδηγίες για περισσότερο τυποποιημένα Αναλυτικά Προγράμματα και αποτελεσματικά διδακτικά πλαίσια για όλες τις δομές ΠΕΦ, υποβάθμιση της παιδαγωγικής σημασίας του ελεύθερου παιχνιδιού στο νηπιαγωγείο, αποφυγή λήψης αντισταθμιστικών μέτρων για τη στήριξη μαθητών σε μεγαλύτερες ηλικίες ως «σπατάλη». Το παράδειγμα της Αγγλίας όπου το Υπουργείο Παιδείας προσπαθεί να εισάγει τυποποιημένα τεστ αξιολόγησης στα παιδιά 4 ως 5 ετών είναι τροχιοδεικτικό (Τραϊανού, 2018).
 
Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί πως οι κίνδυνοι που έχουν ως τώρα περιγραφεί δεν είναι, προφανώς, αποτελέσματα της ψήφισης του νόμου για την προσχολική αγωγή και εκπαίδευση. Θεωρούμε, όμως, επικίνδυνο τον εφησυχασμό και την αντιμετώπιση του νηπιαγωγείου ως κάτι αποκομμένο από το σύνολο των αντιδραστικών εκπαιδευτικών σχεδιασμών κυβέρνησης – κεφαλαίου. Οι μηδενικοί διορισμοί, οι συγχωνεύσεις σχολείων ή/και τμημάτων, η χαλάρωση της ζώνης εγγραφών των σχολείων, ώστε να γίνονται μετακινήσεις μαθητών, η διάλυση του ολοήμερου, η αύξηση της αναλογίας μαθητών/εκπαιδευτικού, η προώθηση της περιγραφικής αξιολόγησης στην υποχρεωτική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων για πρώτη φορά και των νηπίων, ταυτόχρονα με την επαναπροωθούμενη αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και της σχολικής μονάδας και οι επιδιώξεις για σταδιακή αποκέντρωση της εκπαίδευσης. Όλα τα παραπάνω υπονομεύουν στην πράξη το δημόσιο νηπιαγωγείο.
 
Είμαστε της άποψης ότι οι παραπάνω κυβερνητικές μεθοδεύσεις στοχεύουν στην εμπέδωση και αποδοχή της λογικής της αποκέντρωσης και της σχολικής αυτονομίας στην εκπαίδευση -έννοιες κεντρικές στα μεταρρυθμιστικά σχέδια της κυβέρνησης σύμφωνα με τις αρχές του νέου δημόσιου μάνατζμεντ για το δημόσιο σχολείο (Καλημερίδης, 2016), όπως θα δείξουμε στη συνέχεια.
 
Το διπλό δίκτυο στην προσχολική αγωγή και εκπαίδευση και τα εκπαιδευτικά κουπόνια: ο ρόλος των ΕΣΠΑ ως μέσο επιβολής αντιεκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων
 
Λαμβάνοντας υπόψη ότι στο 1/3 των δήμων δε θα ισχύσει η υποχρεωτικότητα, είναι βέβαιο ότι για την επόμενη σχολική χρονιά θα συνεχιστεί η επιδότηση των τετράχρονων νηπίων μέσω κουπονιών για φοίτηση σε δημοτικούς/ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, δηλαδή εκτός της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, παρά την ψήφιση του νόμου για σταδιακή εφαρμογή της υποχρεωτικής φοίτησης στο νηπιαγωγείο, πολλά τετράχρονα παιδιά θα αποκλειστούν από την παρεχόμενη προσχολική αγωγή και εκπαίδευση στο δημόσιο νηπιαγωγείο (έλλειψη υποδομών, υποχρηματοδότηση) και οι οικογένειές τους θα αναγκαστούν να βάλουν ξανά βαθιά το χέρι στη τσέπη για μια θέση στους παιδικούς σταθμούς, αφού οι δικαιούχες του ΕΣΠΑ επιλέγονται βάσει συγκεκριμένων εισοδηματικών και κοινωνικών κριτηρίων (π.χ. οι υπάλληλοι που εργάζονται στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και σε ΝΠΔΔ αποκλείονται από την επιδότηση).
 
Να διευκρινίσουμε ότι ως «πρόγραμμα ΕΣΠΑ για τους παιδικούς σταθμούς» έχει επικρατήσει να αποκαλείται η δράση της ΕΕ με τίτλο «Εναρμόνιση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής»  στα πλαίσια της οποίας επιδοτούνται με voucher εργαζόμενες και άνεργες μητέρες (και άνδρες στην περίπτωση μονογονεϊκών οικογενειών ή επιμέλειας τέκνου), ώστε να αυξηθούν οι  δυνατότητες της «απασχόλησης» και της ισότιμης συμμετοχής τους στην εργασία με στόχο την αύξηση της εργασίας στο 75% για άνδρες και γυναίκες, την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αν και δεν είναι στους στόχους του παρόντος άρθρου η κριτική στις αποτυχημένες πολιτικές «απασχόλησης» της ΕΕ, οι παραπάνω επισημάνσεις έγιναν για να καταδειχθεί ότι  είναι στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης η αντιμετώπιση της ανεργίας, της φτώχειας και των ανισοτήτων με κουπόνια που διατίθενται για βρέφη και νήπια.  Άλλωστε, για την προβληματική του εκπαιδευτικού νεοφιλελευθερισμού, τα κουπόνια ως εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης του δημόσιου σχολείου, αποτελούν μια κοινωνικά προοδευτική και φιλεργατική εκπαιδευτική πολιτική για τα παιδιά των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων (Καλημερίδης, 2017).
 
Η διατήρηση του διπλού δικτύου στην προσχολική αγωγή και εκπαίδευση είναι ένας σοβαρότατος κίνδυνος για τη δημόσια εκπαίδευση συνολικά. Αν μάλιστα η κυβέρνηση επιλέξει να διατεθούν κουπόνια για φοίτηση νηπίων (4-5) σε παιδικούς σταθμούς στους ίδιους δήμους όπου θα ξεκινήσει η δίχρονη υποχρεωτική φοίτηση στο νηπιαγωγείο, θα έχουμε πια ευθεία υπονόμευση της δημόσιας εκπαίδευσης. Το παραπάνω ενδεχόμενο δεν αποκλείεται δεδομένου ότι για την ΕΕ και τον ΟΟΣΑ η υποχρεωτικότητα της διετούς προσχολικής αγωγής δεν αντιστρατεύεται τη λειτουργία της με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια: ίσα ίσα που η φοίτηση των παιδιών στο δημόσιο νηπιαγωγείο σε συνδυασμό με τη χρήση της επιδότησης ΕΣΠΑ για φοίτηση εκτός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξάνει τα ποσοστά που δεσμεύεται να παρουσιάσει η κυβέρνηση στα επιτελεία των υπερεθνικών οργανισμών το επόμενο έτος. Δε θεωρούμε, άλλωστε, τυχαίο ότι με περσινές δηλώσεις του ο Κ. Γαβρόγλου υπερασπίστηκε το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της γονεϊκής επιλογής, δηλώνοντας πως οι γονείς είναι ελεύθεροι  να επιλέξουν,  αν θα εγγράψουν τα παιδιά τους στο δημόσιο και δωρεάν νηπιαγωγείο ή αν θα κάνουν χρήση του εκπαιδευτικού κουπονιού για δημοτικούς και ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς.
 
Μπορεί, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι εν μέσω δημοσιονομικής ασφυξίας η χρήση των ΕΣΠΑ είναι μια βοήθεια για αρκετές οικογένειες. Εδώ πρέπει να τονίσουμε για πολλοστή φορά πως τα ευρωπαϊκά κονδύλια δε μας χαρίζονται. Τα ΕΣΠΑ είναι χρήματα του προϋπολογισμού της ΕΕ που προέρχονται κυρίως από εισφορές των κρατών-μελών ανάλογα με το ΑΕΠ τους. Τα ποσά αυτά κατανέμονται σε ταμεία και επανεισέρχονται σε κάθε χώρα ως χρηματοδότηση για συγκεκριμένα έργα. Πρόκειται δηλαδή για χρήματα των φορολογούμενων πολιτών κάθε χώρας της ΕΕ τα οποία ανακατευθύνονται μέσω των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ στον ιδιωτικό τομέα, αντί να διατίθενται απευθείας για την ενίσχυση των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών, στην προκειμένη περίπτωση του δημόσιου νηπιαγωγείου (Βουραζέρης, 2016 ).[6]
 
Συμπεράσματα
 
Την τελευταία δεκαετία η προσχολική αγωγή και εκπαίδευση έχει μετατραπεί σε πεδίο εφαρμογής ενός πλέγματος αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και των κυβερνήσεων στους τομείς της κοινωνικής πολιτικής, της εκπαίδευσης, της ισότητας των φύλων και των πολιτικών «απασχόλησης».
 
Με πολιορκητικό κριό τα ευρωπαϊκά κονδύλια, επιδιώκεται να εφαρμοστεί η εκπαιδευτική πολιτική για το νηπιαγωγείο αποκεντρωμένα, διαφοροποιημένα και με όρους σχολικής αυτονομίας. Αποκεντρωμένα, αφού η κυβέρνηση εμπλέκει τους/τις δημάρχους, με πρόσχημα τη δημοκρατική συμμετοχικότητα, δίνοντάς τους το δικαίωμα να γνωμοδοτούν αν τμήμα της εκπαίδευσης θα είναι υποχρεωτικό ή όχι. Διαφοροποιημένα, αφού κάποια παιδιά τεσσάρων ετών θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του δημόσιου νηπιαγωγείου υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και κάποια άλλα θα συνεχίσουν να ακολουθούν το πρόγραμμα αγωγής και φροντίδας των παιδικών σταθμών υπό την εποπτεία των δήμων. Και αυτόνομα, αφού με τη χρήση των εκπαιδευτικών κουπονιών, που προωθεί η κυβέρνηση, τα δημόσια νηπιαγωγεία βρίσκονται σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό με τους ιδιωτικούς και δημοτικούς παιδικούς σταθμούς για τις εγγραφές των τετράχρονων νηπίων. 
 
Διαπιστώνουμε πως παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις, οι χρηματοδοτούμενες δράσεις που ευθυγραμμίζονται με τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου αναπαράγουν τελικά τις κοινωνικοοικονομικές και εκπαιδευτικές ανισότητες. Αναφέρουμε ενδεικτικά πως, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποφάσισε να δίνει απευθείας στους γονείς το εκπαιδευτικό κουπόνι, αντί να ενισχύσει με δημόσια χρηματοδότηση τους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς, γονείς κατήγγειλαν πως οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών παιδικών σταθμών έκαναν face control στα παιδιά και αρνήθηκαν την εγγραφή  τους στη δομή, ενώ παράλληλα ασκούσαν εκβιασμούς για καταβολή ποσών πέρα από την επιδότηση του ΕΣΠΑ.
 
Το εκπαιδευτικό και το εργατικό κίνημα έχουν χρέος να διεκδικήσουν την άμεση εφαρμογή της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης στο δημόσιο και δωρεάν νηπιαγωγείο σε όλη την επικράτεια από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη. Όπως εδώ και δεκαετίες δεν έκανε πίσω από αυτό το αίτημα, έτσι και τώρα οφείλει να το υπερασπιστεί χωρίς παζαρέματα. Γνωρίζουμε από πρώτο χέρι την οικονομική ασφυξία που έχει επιβληθεί στην εκπαίδευση και γι’ αυτό δεν διεκδικούμε με όρους και προϋποθέσεις που δίνουν άλλοθι στην ΚΕΔΕ και την κυβέρνηση, αλλά με κριτήριο τα μορφωτικά και εργασιακά μας δικαιώματα. Ζητάμε μέρος του πλούτου που παράγουμε, αντί να ανακατευθύνεται μέσω των δράσεων του ΕΣΠΑ στον ιδιωτικό τομέα με βάση τις προτεραιότητες της ΕΕ να δοθεί ως κρατική χρηματοδότηση για την εκπαίδευση, για ανέγερση σύγχρονων σχολικών κτιρίων, για τον πλήρη εξοπλισμό των δημόσιων νηπιαγωγείων και τον διορισμό εκπαιδευτικών και βοηθητικού προσωπικού, ώστε όλα τα παιδιά  4-6 ετών να έχουν μια θέση στο δημόσιο νηπιαγωγείο από τη νέα σχολική χρονιά.
 
Βιβλιογραφία
 
Βαρδαλαχάκης, Γ. (2018), «Σημειώσεις πάνω στην εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης: Θεωρητικές καταβολές, πολιτικές συνεπαγωγές και προσπάθειες εφαρμογής», Σελιδοδείκτης ,τχ 2, σ.30-34
 
Βουραζέρης, Στρ. (2016), «ΕΣΠΑ: Ο ρόλος και η σημασία του στην προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην ελληνική κοινωνία», Τετράδια μαρξισμού, τχ.2, σελ.193-212
 
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2010), Ευρώπη 2020: Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, Βρυξέλλες
 
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2011), Προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα: Παροχή σε όλα τα παιδιά μας του καλύτερου δυνατού ξεκινήματος για τον κόσμο του αύριο
 
Καλημερίδης, Γ. (2016), «Σχολική αυτονομία και καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου», Τετράδια μαρξισμού, τχ.2, σ.364-380
 
Καλημερίδης, Γ. (22/12/2017),  «Σχολική αυτονομία, κουπόνια και οι άγνωστες ιστορίες του εκπαιδευτικού νεοφιλελευθερισμού», από https://selidodeiktis.edu.gr/
 
Τραϊανού, Α. (2018), «Σκοτεινό το μέλλον της  προσχολικής εκπαίδευσης στην Αγγλία», Σελιδοδείκτης, τχ.4
 
Φραγκουδάκη, Α. (1985), Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, Αθήνα: Παπαζήση
 
European Commission (2013), Barcelona objectives: The Development of childcare facilities for young children in Europe with a view to a sustainable and inclusive growth, Luxembourg: Publications Office of the European Union
 
OECD (2006) Starting strong II. Early childhood education and care. Paris: OECD
 
[1] Το αίτημα ικανοποιήθηκε κατά το «ήμισι» το 2006 επί Νέας Δημοκρατίας, όταν θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική φοίτηση για ένα έτος στο νηπιαγωγείο εν μέσω μαχητικών κινητοποιήσεων της εκπαίδευσης (απεργία διαρκείας εκπαιδευτικών, φοιτητικές καταλήψεις).
 
[2] Δεν είναι τυχαίο ότι το ΕΠ 2014-2020 φέρει τον τίτλο «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση»
 
[3] Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2011), Προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα: Παροχή σε όλα τα παιδιά μας του καλύτερουδυνατού ξεκινήματος για τον κόσμο του αύριο
 
[4]Προσχολική Εκπαίδευση και Φροντίδα: επίσημη απόδοση στα ελληνικά  του όρου Early Childhood Education and Care όπως τον συναντάμε στα μεταφρασμένα κειμένα των ΕΕ-ΟΟΣΑ
 
[5] Ο  αμερικανός οικονομολόγος Θέοντορ Σουλτς χαρακτηρίζει ως επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο τις μη παραγωγικές επενδύσεις (εκπαίδευση, δημόσια υγεία, εσωτερική μετανάστευση) οι οποίες αυξάνουν την παραγωγική ικανότητα των εργαζομένων επιταχύνοντας έτσι τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης (Φραγκουδάκη, 1985).
 
[6] Λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπέρβαση του προϋπολογισμού των έργων που δεν είναι επιλέξιμη μεταφέρεται στο ΠΔΕ, πρακτικά δεσμεύεται το σύνολο του ΠΔΕ της χώρας στις κατευθύνσεις και τις προτεραιότητες της ΕΕ. Ειδικά για την Ελλάδα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι εκτός από το ποσοστό του ΑΕΠ που προσφέρει στον προϋπολογισμό της ΕΕ, ως χώρα δαπανά τεράστια ποσά για το δημόσιο χρέος που τελικά καταλήγει στην ΕΚΤ, τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τα κράτη δανειστές (Βουραζέρης, 2016 ).
Πηγή: 
ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ