Γιάννης Π.Α. Ιωαννίδης στην «K»: Ομάδες ακαδημαϊκού παρακράτους στα ΑΕΙ

Ο Γιάννης Π.Α. Ιωαννίδης δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα. Ενας θετικός επιστήμονας που γράφει λογοτεχνία, ένας ειδικός που απεχθάνεται την εξειδίκευση, ένας ερευνητής που χρησιμοποιεί τις πιο προηγμένες υπολογιστικές μεθόδους για να διευρύνει το πεδίο των ερευνών του, αλλά νιώθει πιο κοντά υπαρξιακά στην εποχή της Αναγέννησης. Βρήκε χρόνο να συναντηθεί με την «Κ» στην πρώτη από τις δύο στάσεις στην Αθήνα στο πλαίσιο μιας περιοδείας 3,5 εβδομάδων: «Φιλαδέλφεια, Ουάσιγκτον, Βιέννη, Αθήνα, Στοκχόλμη, Ουψάλα, Αθήνα, Μαδρίτη, Σαλαμάνκα, Λονδίνο, Κέμπριτζ και μετά πίσω» στην Καλιφόρνια. Διά ζώσης, ο άνθρωπος που το αμερικανικό περιοδικό Atlantic το 2010 χαρακτήρισε «ίσως έναν από τους επιστήμονες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο», είναι μία ευφυΐα σε μόνιμη εγρήγορση – αλλά μειλίχιος, αυτοσαρκαστικός. Ακόμα και τα πιο αιχμηρά του σχόλια αμβλύνονται από την ηπιότητα του ύφους του. Ταξιδεύει, μου λέει, «3 με 3,5 μήνες τον χρόνο». Ωστόσο, οι ατελείωτες ώρες στο αεροπλάνο φαίνεται ότι δεν πηγαίνουν χαμένες. «Είναι προστατευόμενος χρόνος», λέει. «Μπορώ να εναλλάσσομαι μεταξύ της συγγραφής επιστημονικών μελετών και λογοτεχνικών κειμένων. Οταν είμαι στο έδαφος, είμαι εξαιρετικά ευάλωτος σε όσους θέλουν να με συναντήσουν. Η γραμματέας μου προσπαθεί να κλείσει την πόρτα, ενώ εγώ πασχίζω να την κρατήσω ανοιχτή».

Ο Ιωαννίδης γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη –οι γονείς του, ιατροί-ερευνητές και οι δύο, είχαν μετακομίσει εκεί για μετεκπαίδευση– αλλά γύρισε στην Αθήνα σε ηλικία λίγων μηνών. Για ένα διάστημα έμεινε στη φροντίδα της γιαγιάς και του παππού του, γιατί οι γονείς του παρέμειναν στις ΗΠΑ («η μητέρα μου δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό της»).

Η σχέση με τους αριθμούς

Η ειδική του σχέση με τους αριθμούς έγινε αισθητή πολύ νωρίς. «Δούλευα με δεκαδικά ψηφία από τεσσάρων χρόνων. Εφτιαχνα καταλόγους αγάπης για την οικογένεια που έφταναν σε τρία δεκαδικά ψηφία, και ανανεώνονταν κάθε βδομάδα. Παντού αξιολόγηση!» λέει, ξεσπώντας στα γέλια. «Κάθε θεία ήξερε τον βαθμό της, και ότι για να τον αυξήσει, έπρεπε να δώσει περισσότερα δώρα!».

Μιλάει με ζεστά λόγια για το Κολλέγιο Αθηνών. Τους καθηγητές, τις εγκαταστάσεις (οι βιβλιοθήκες ήταν «παράδεισος, μπορούσα να μπαίνω μέσα και να χάνομαι»), αλλά και την ατμόσφαιρα του σχολείου. «Το Κολλέγιο, όπως το έζησα, ήταν ένα αξιοκρατικό σχολείο. Υπήρχαν μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ξέραμε φυσικά ότι κάποιος είναι γιος ενός εφοπλιστή ή ενός πολιτικού, αλλά δεν είχαν κάποια προτεραιότητα. Μάλιστα, οι περισσότεροι γόνοι ήταν κακοί ή μέτριοι μαθητές, άρα ήδη απαξιωμένοι στη συνείδηση των υπολοίπων». Στη συνέχεια, παρά τις πιέσεις από το περιβάλλον του να φύγει κατευθείαν για την Αμερική, επέλεξε να σπουδάσει Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Υπήρχαν νησίδες αριστείας στο πανεπιστήμιο, και πίστευα ότι θα ήταν αξιόλογη εμπειρία», θυμάται. «Ηδη, όμως, από το τέλος του πρώτου χρόνου είχα απογοητευθεί τρομερά. Ολα τα μαθήματα ήταν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο από αυτά που διάβαζα μόνος – στον βαθμό που μου είχαν ζητήσει οι καθηγητές να διδάξω εγώ τους συμφοιτητές μου, π.χ. προχωρημένα μαθηματικά ή νευροχημεία. Το σύγγραμμα για το κάθε μάθημα, που ήταν συνήθως για πέταμα, το διάβαζα μία μέρα πριν από τις εξετάσεις. Και ήταν ήδη σαφές ότι υπήρχε πολύ έντονος κομματισμός». Αντιμέτωπος με την «κρίση» αυτή, ο Ιωαννίδης έκανε μία κίνηση ενδεικτική της αυτοπεποίθησης, αλλά και της απελπισίας του: «Εστειλα μία επιστολή στην Ιατρική Σχολή του Stanford, ζητώντας τους να πηδήξω τα τέσσερα χρόνια του πρώτου πτυχίου και ένα ακόμα έτος, και να μεταφυτευθώ κατευθείαν στο δεύτερο έτος της Ιατρικής», αφηγείται, γελώντας και πάλι.

Σε κορυφαίες σχολές

Θα περνούσαν πάνω από δύο δεκαετίες για να φτάσει στο Stanford ο Ιωαννίδης. Στο μεσοδιάστημα, θήτευσε σε κορυφαίες ιατρικές σχολές και ιδρύματα ιατρικών ερευνών στις ΗΠΑ (Harvard, Tufts, NIH) και, μεταξύ του 1999-2010, διηύθυνε το εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Τον ρωτώ πώς βλέπει την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων σήμερα. «Η κατάσταση είναι τραυματική, εδώ και καιρό. Εχει επικρατήσει μία νοοτροπία απαξίωσης και αυτοκαταστροφής. Προσωπικά, δεν πιστεύω σε ένα σκληρό, άκαμπτο πανεπιστήμιο, της τάξης και της πειθαρχίας. Κάτι τέτοιο θα μου φαινόταν εμετικό. Το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι αναρχο-αυτόνομο, αλλά στην υπηρεσία της γνώσης – όχι της βίας, των μολότοφ, της διάλυσης». Είναι αναστρέψιμη η παρακμή; «Πρέπει να πιστέψουμε ότι είναι – αλλά όχι από τους ανθρώπους που ήταν μέρος του προβλήματος, και που τώρα ισχυρίζονται ότι θα το λύσουν διά της καταστολής. Οι τελευταίοι που μπορούν να λύσουν το πρόβλημα είναι οι πολιτικοί και τα κόμματα. Περιμένω κάποιον πολιτικό να πει ότι αποσύρει τις δυνάμεις κατοχής του, τις κομματικές νεολαίες, από το πανεπιστήμιο – πρόκειται για ομάδες ακαδημαϊκού παρακράτους. Κανείς δεν το έχει κάνει».

Στη χώρα γενικότερα, βλέπει κάποια βελτίωση σε σχέση με δέκα χρόνια πριν; «Κοιτάξτε, όλα είναι σχετικά. Ακόμα κι αν βελτιωθήκαμε λίγο σε κάποιους τομείς, η δεκαετία που πέρασε ήταν μία περίοδος εκθετικής προόδου ευρύτερα στην επιστήμη και στην τεχνολογία – οπότε πάλι μείναμε πίσω. Η κρίση ήταν μία ευκαιρία, που εν πολλοίς τη χάσαμε. Χρειάζονται ανατρεπτικές λύσεις, ελπίζω χωρίς βία».

Η ροπή μεγάλου μέρους της επιστημονικής έρευνας στο λάθος

Τι τον οδήγησε να εστιάσει στη μετα-έρευνα; «Ανέκαθεν ήμουν μη εστιασμένος. Μου άρεσαν πολλά πράγματα. Το μοντέλο του ερευνητή που αφιερώνει όλη του την καριέρα σε ένα αντικείμενο δεν με τράβαγε πολύ. Με ενδιέφερε το να μπορώ να συγκρίνω, με κοινό παρονομαστή την επιστημονική μέθοδο. Σταδιακά, το πεδίο του ενδιαφέροντός μου διευρύνθηκε, φτάνοντας τελικά στο σύνολο της επιστήμης». Η πιο διάσημη μελέτη του («Why Most Published Research Findings are False», δημοσιευμένη το 2005) αποδείκνυε μαθηματικά τη ροπή μεγάλου μέρους της επιστημονικής έρευνας στο λάθος. Του ζητώ να μου εξηγήσει διαισθητικά το εύρημα αυτό, ευρέως αποδεκτό σήμερα. «Δουλεύοντας εντός ενός συγκεκριμένου πεδίου, ο επιστήμονας συγχρωτίζεται και συντονίζεται με αυτό», λέει ο κ. Ιωαννίδης. «Είναι πολύ δύσκολο να παραδεχθεί ότι αυτό που κάνει είναι λάθος και να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο πεδίο, ιδιαίτερα αν έχει γίνει γνωστός χάρη σε αυτό». Αλλα προβλήματα, προσθέτει, είναι ο πολύ μεγάλος αριθμός πολύ μικρών μελετών, που τείνουν να μην είναι αξιόπιστες, η σύγκρουση συμφερόντων, όταν «οι έρευνες χρηματοδοτούνται από φορείς που θέλουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα».

Xωρίς παιδεία


Σκεπτικισμό για τις ουτοπικές υποσχέσεις των θιασωτών της ψηφιακής τεχνολογίας στην Ιατρική εκφράζει ο κ. Ιωαννίδης.

Τέλος, «υπάρχει τρομερή έλλειψη παιδείας μεταξύ επιστημόνων στις επιστήμες δεδομένων και στη στατιστική». Σε αυτό το προβληματικό υπόστρωμα έρχεται να προστεθεί «ένα δεύτερο, πιο έντονο στρώμα παραποίησης» από ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «που διατυμπανίζουν ό,τι πιο χτυπητό υπάρχει». Το συμπέρασμα αυτό, παρατηρώ, είναι κάπως αποσταθεροποιητικό για τον μέσο καταναλωτή ιατρικής ειδησεογραφίας και ιατρικών υπηρεσιών. Πώς θα ξέρουμε ποια ευρήματα είναι σωστά θεμελιωμένα; Και πώς θα διαχειριστούμε την επικείμενη έκρηξη ιατρικών δεδομένων στην εποχή του Διαδικτύου των Πραγμάτων και της τεχνητής νοημοσύνης;

«Πρέπει να εστιάσουμε στην αξιολόγηση της πληροφορίας. Οπως ένα λογισμικό για την καταπολέμηση ψηφιακών ιών πρέπει συνεχώς να ενημερώνεται, έτσι και οι πολίτες πρέπει να εκπαιδεύονται συνέχεια για να αναγνωρίζουν τις νέες μορφές παραπληροφόρησης. Αλλά εμείς δεν μπορούμε καν να εκπαιδεύσουμε τους επιστήμονες!». Ο ίδιος εκφράζει μάλιστα σκεπτικισμό για τις ουτοπικές υποσχέσεις των θιασωτών της ψηφιακής τεχνολογίας στην Ιατρική. «Ξέρουμε ότι μεγάλο μέρος της ιατρικής πληροφορίας που διαθέτουμε είναι λανθασμένο. Αν αυτές οι λανθασμένες πληροφορίες τροφοδοτήσουν ένα πανίσχυρο λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης, μπορεί να δημιουργηθεί ένα τερατούργημα – το αποκορύφωμα του λάθους». Οσο για την καταγραφή των ιατρικών δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, λέει ότι μπορεί να αποδειχθεί «πλήρης καταστροφή» για τους φορείς τους. «Αυτός που έχει περισσότερη πληροφορία από αυτήν που μπορεί να διαχειριστεί θα έχει μεγάλο πρόβλημα. Θα μπει μέσα σε μία διελκυστίνδα εξετάσεων και άγχους που δημιουργεί ιατρογενή προβλήματα, χειρότερα από αυτά που λύνει. Πολλά πράγματα δεν αξίζει να διαγνωστούν».

Η αυτοκράτειρα Τύχη

«Η επιστήμη συνεχώς διορθώνεται, καταρρίπτει λάθη, πλησιάζει πιο κοντά στην αλήθεια», λέει ο κ. Ιωαννίδης. «Αλλά αυτό δεν είναι νομοτελειακό. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, και χρειάζεται συνεχή επαγρύπνηση. Φαντασθείτε ένα κράτος που ήταν μέχρι πρότινος το ισχυρότερο στην επιστήμη να εκλέγει έναν πρόεδρο που λέει ότι θα την αγνοήσει και θα καταρτίσει την πολιτική του π.χ. για το κλίμα βάσει των συμβουλών ενός τηλεπαρουσιαστή». Αναδεικνύει και μια άλλη πηγή παρανοήσεων: «Προσπαθούμε να κατανοήσουμε με όρους χολιγουντιανής ταινίας, καλών και κακών κυττάρων, προβλήματα που είναι χαοτικά. Πολλές φορές οι ασθενείς ψάχνουν μία απλή, ηθική απάντηση γι’ αυτό που τους έχει συμβεί –“ο γιος μου μου φέρθηκε άσχημα και έπαθα καρκίνο”– ενώ πιθανότατα είναι ένα τυχαίο γεγονός. Δυσκολευόμαστε να το αποδεχθούμε αυτό, αλλά η τύχη είναι αυτοκράτειρα. Προσπαθώ να μην την υποτιμώ».

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στο εστιατόριο «Moorings», στη μαρίνα της Βουλιαγμένης (σε εννιά ημέρες θα επέστρεφε στην Αθήνα για να παρουσιάσει το νεότερο λογοτεχνικό του βιβλίο, «Μετά τα αφύσικα», από τις εκδόσεις Κέδρος). Είχε υπολογίσει ότι θα ήταν ένα ήσυχο κυριακάτικο απομεσήμερο. Δυστυχώς, το εστιατόριο πρόσφερε brunch μετά έντονης μουσικής και το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο (όπως παραδέχθηκε, δεν είναι καθόλου καλός στις προβλέψεις). Καθήσαμε έξω, με τον ήχο να ακούγεται βουβά πίσω από τα τζάμια και, στην άλλη πλευρά, τις θαλαμηγούς να μαζεύουν στρειδώνα στα ακινητοποιημένα τους κύτη. Συζητήσαμε, πλην των καταγεγραμμένων, για πολλά ακόμη: τον Τραμπ, την πολιτική ορθότητα στις ΗΠΑ, την οντολογία των μαθηματικών κ.ά. Φάγαμε δύο ομελέτες, συν έναν εσπρέσο για μένα και ένα φραπέ («με πολλή ζάχαρη και ελάχιστα ίχνη καφέ») για εκείνον (λογαριασμός 27 ευρώ). «Ακούγεται πολύ υγιές», παρατήρησα για τη συνταγή του φραπέ του. «Ναι, οι συνάδελφοι θα με κράξουν!» απάντησε, σειόμενος ξανά από τα γέλια.

Οι σταθμοί του

1965
Γεννιέται στη Νέα Υόρκη.

1984
Αποφοιτά ως Valedictorian από το Κολλέγιο Αθηνών και λαμβάνει το εθνικό βραβείο της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας.

1990
Αποφοιτά με τον καλύτερο βαθμό από την Ιατρική Αθηνών. Ξεκινά την ειδίκευσή του (εσωτερική παθολογία και μολυσματικές ασθένειες) σε Harvard, Tufts.

1999
Αναλαμβάνει διευθυντής του εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

2005
Δημοσιεύει τη μελέτη «Why most published research findings are false»– η πιο δημοφιλής στην ιστορία της Public Library of Science (πάνω από 2,5 εκατ. downloads).

2010
Καταλαμβάνει την έδρα C.F. Rehnborg Πρόληψης Νοσημάτων στο Stanford.

2018
Εκλέγεται τακτικό μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής των ΗΠΑ. Είναι ο γιατρός με τις περισσότερες αναφορές στο έργο του παγκοσμίως (πάνω από 3.000 τον μήνα).

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ-Γιάννης Παλαιολόγος

Έντυπη

Πηγή: 
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ